13 Ιουλίου 1986. Βόρειος Ατλαντικός, περίπου 400 ναυτικά μίλια νοτιοανατολικά της Νέας Γης του Καναδά. Το βαθυσκάφος Alvin με τους τρεις επιβαίνοντες έχει μόλις αποσυνδεθεί από το μητρικό εξερευνητικό σκάφος Atlantis II και αφήνεται, έρμαιο της βαρύτητας, να βυθιστεί αργά. Δύομισι ώρες θα διαρκέσει η κατάδυση προς τον βυθό. Σχεδόν τέσσερα χιλιόμετρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Τόσο βαθιά βρίσκεται το διασημότερο πλοίο της ιστορίας.
Μετά από ένα ορισμένο βάθος, το σκάφος πέρασε από τη φωτική στη αφωτική ζώνη, όπου οι ηλιακές ακτίνες δεν διεισδύουν πλέον, και, για λόγους οικονομίας, το μόνο φως ήταν μια κόκκινη φωταύγεια, προερχόμενη από μικροσκοπικές λυχνίες στο εσωτερικό του. Η θερμοκρασία έπεφτε ραγδαία και, σαν να μην έφταναν όλα αυτά, περίπου στο ενάμιση χιλιόμετρο βάθους, μικρή ποσότητα θαλασσινού νερού (καλός αγωγός) άρχισε να διαρρέει στο διαμέρισμα των μπαταριών ενώ το σόναρ του σκάφους έπαψε να λειτουργεί, καθιστώντας τους εξερευνητές πρακτικά τυφλούς.
Καθώς πλησίαζαν, το απόλυτο μαύρο άρχισε να υποχωρεί, δίνοντας τη θέση του σε μια αχνή επιφάνεια. Τα φώτα άναψαν και από το φινιστρίνι αποκαλύφθηκε μια απέραντη πεδιάδα άμμου. Όπως εξηγεί ο ίδιος ο Ballard, ήξεραν ότι είχαν φτάσει στον βυθό, δεν είχαν ιδέα όμως σε ποιο σημείο του βυθού. Ο Ballard συνεχίζει την διήγηση: "εκείνη την στιγμή χτύπησε ο ηχητικός συναγερμός, καθώς η διαρροή στον χώρο των μπαταριών γινόταν πια επικίνδυνη. Είχαμε στην διάθεσή μας ελάχιστο χρόνο."
Η λειτουργία του σόναρ επανήλθε αναπάντεχα και από το μητρικό σκάφος ειδοποιήθηκαν ότι ένας μεγάλος όγκος βρισκόταν λίγα μέτρα μακριά τους. Κατευθύνθηκαν προς τα εκεί και σύντομα ο βυθός άρχισε να ανηφορίζει σχηματίζοντας αυτό που ο εξερευνητής περιέγραψε ως "ανάχωμα μπουλντόζας". Το βαθυσκάφος ακινητοποιήθηκε απότομα, καθώς από το φινιστρίνι αντίκριζαν έναν θεόρατο τοίχο σκουριάς, την "μάσκα" του Τιτανικού. Όμως το Alvin έπρεπε να ανέβει στην επιφάνεια.
Αφού επισκευάστηκε το βαθυσκάφος, η κατάδυση επαναλήφθηκε. Το πλοίο, όπως είχε αναφερθεί και στο πρώτο μέρος του αφιερώματος, ήταν κομμένο στα δύο και τα δύο κομμάτια απείχαν εκατοντάδες μέτρα, χωρισμένα από ένα εκτεταμένο πεδίο συντριμιών, το οποίο έμοιαζε πολύ με τόπο αεροπορικού δυστυχήματος. Η πλώρη ήταν σε καλύτερη κατάσταση, καθώς κατά την βύθιση καρφώθηκε στην άμμο. Η πρύμνη ήταν διαλυμένη, καθώς προσέκρουσε οριζόντια στον πυθμένα. Το σκαρί ήταν γεμάτο με παράξενους σχηματισμούς σκουριάς (rusticles), που έμοιαζαν με σταλακτίτες. Οι σχηματισμοί αυτοί ήταν το αποτέλεσμα της δράσης μικροοργανισμών που τρέφονται με τον σίδηρο του πλοίου. Τα βακτήρια αυτά διαβρώνουν αργά το σκαρί, δημιουργώντας πορώδεις αποθέσεις που καταρρέουν και ξανασχηματίζονται διαρκώς. Έτσι, το ναυάγιο μοιάζει σαν να «δακρύζει».
Όλα τα ξύλινα μέρη του πλοίου είχαν χαθεί, από τα καταστρώματα, μέχρι τα πλαίσια και τους διακόσμους, η παρατεταμένη έκθεση στις συνθήκες της αβύσσου είχε "φάει" το ξύλο του πλοίου. Το βαθυσκάφος πλησίασε το άνοιγμα της μεγάλης σκάλας του πλοίου. Δεν υπήρχε τίποτα, όλα είχαν χαθεί. Αργότερα, γυρίζοντας τις σκηνές της βύθισης από την διάσημη ταινία του, ο Cameron ανακάλυψε πως όλη η μεγάλη σκάλα ξεριζώθηκε προς τα πάνω από την πίεση του νερού, κάτι που συνέβη στο κινηματογραφικό σετ πάνω από μία φορά, σε μια ρηχή δεξαμενή μερικών μέτρων. Οι εξερευνητές εκμεταλλεύτηκαν το άδειο πια φρεάτιο του κλιμακοστασίου για να κατεβάσουν τον Jason, το τηλεχειριζόμενο ρομπότ.
Σύμφωνα με τον Ballard, το ναυάγιο ήταν ένα χάος από συντρίμια, στραπατσαρισμένα μέταλλα και καλώδια. Μέσα σε αυτό το χάος έπρεπε να καθοδηγήσουν τον Jason, με τον κίνδυνο ανά πάσα στιγμή το ρομπότ να πιαστεί κάπου και να μην μπορεί να απελευθερωθεί.
Ένα εύρημα των αποστολών, τόσο του Ballard όσο και των μετέπειτα, ήταν ότι βαθιά στο εσωτερικό του υπερωκεανίου οι συνθήκες διατήρησης βελτιώνονταν και τα διαμερίσματα είχαν συντηρηθεί καλύτερα, κάτι που ίσως εξηγείται από τις ανοξικές συνθήκες που επικρατούν στο εσωτερικό ενός ναυαγίου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το διαμέρισμα του ατμόλουτρου (turkish bath), στην βάση της μεγάλης σκάλας, στο κατάστρωμα F, το οποίο έχει διατηρηθεί σε εντυπωσιακό βαθμό. Οι εξερευνητές είχαν αποφασίσει να μην διαταράξουν τίποτε από το ναυάγιο, μέχρι που αντίκρισαν το χρηματοκιβώτιο του λογιστή του πλοίου (ship's purser). Η χειρολαβή του Alvin προσπάθησε να το ανοίξει, όμως χωρίς αποτέλεσμα.
Η αποστολή αυτή δημιούργησε έκσταση, όχι μόνο στην επιστημονική κοινότητα, αλλά και στο ευρύ κοινό, αναζωπυρώνοντας το ενδιαφέρον για το ναυάγιο. Τα στιγμιότυπα από εκείνη την εξερεύνηση κυκλοφόρησαν από το National Geographic σε ένα ντοκιμαντέρ με τίτλο "Secrets of the Titanic". Μια εκπληκτική βιντεοκασέτα, η οποία έχει "ανέβει" ολόκληρη σε διάφορους ιστότοπους.
Οι μεγάλες ωκεανογραφικές αποστολές γίνονται για να προοδεύει η επιστήμη και η τεχνολογία. Η κατάδυση στον Τιτανικό ήταν ένας εξαιρετικά απαιτητικός επιστημονικός και τεχνικός άθλος. Σε ένα περιβάλλον απόλυτου σκότους και ακραίων πιέσεων, κάθε επιτυχία βασίζεται στην ακρίβεια, στη γνώση και στην τεχνολογική καινοτομία. Εκεί κάτω οι άνθρωποι που επιχειρούν είναι τόσο αβοήθητοι όσο και οι αστροναύτες που πάνε στο φεγγάρι. Η άβυσσος ανήκει στους επιστήμονες, όχι σε πλούσιους χομπίστες.
Ballard, R. D. (Director). (1986). Secrets of the Titanic [Documentary]. National Geographic.
Ballard, R. D. (1988). Exploring the Titanic. Madison Press Books.
Sánchez-Porro, C., Kaur, B., Mann, H., & Ventosa, A. (2010). Halomonas titanicae sp. nov., a halophilic bacterium isolated from the RMS Titanic. International Journal of Systematic and Evolutionary Microbiology, 60(12), 2768–2774. https://doi.org/10.1099/ijs.0.020628-0